γομφάριον

γομφ-άριον, τό,
A = κεστρεύς, Tz.ad Lyc.664, Sch. Opp.H.1.112,3.339.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γομφάριον — το βλ. γοφάρι …   Dictionary of Greek

  • γομφαρίοις — γομφάριον neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γομφαρίων — γομφάριον neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γομφάρια — γομφάριον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοφάρι — και γουφάρι και γκιφάρι, το (Μ γομφάριον και γουφάριον) ονομασία τού ψαριού αμία ή τεμνόδους ο πηδητής. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκοριστικός τ. τού αρχ. γόμφος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.